Γυναικία παραδοσιακή φορεσια
Από τις αρχές του 19ου αιώνα στην Ερεσό επικράτησε η φορεσιά με το φουστάνι γνωστό ως ‘μπόγ’ ή ‘φστάνα’. Είναι φούστες με σούρες και πυκνές
ή ατσάκιτες πιέτες και στηρίζεται στη μέση με στενό ζωνάκι. Για εσώρουχο έχει μεγάλα μεσοφόρια, στολισμένα με κεντήματα, που κρατούν το φουστάνι όσο γίνεται πιο φουσκωτό. Στο πάνω μέρος το πουκάμισο ‘πκαμσέλ’ είναι το κύριο μέρος της νεώτερης φορεσιάς. Επάνω από το μεταξωτό πουκάμισο με τα φαρδιά μανίκια πολλές φορές φοριέται μικρό αμάνικο γελέκο ή καζάκα. Η φορεσιά συμπληρώνεται με την ‘καμτζόρα’ ή το ‘λιμπαντέ’. Συνηθιζόταν επίσης οι ζακέτες, βελούδινες, μάλλινες ή μεταξωτές χωρίς γιακά που κουμπώνουν μπροστά ως το λαιμό. Τους ώμους σκέπαζαν με τους ‘μποχτσάδες’ μεγάλες τετράγωνες μαντήλες ή με πλεκτά σάλια τα λεγόμενα ‘μπιλιρίνια’.
Αισθητή έκανε την παρουσία της και η φορεσιά με το ‘σαλβάρ’ που διατηρήθηκε ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Είχε επικρατήσει πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα σε ορισμένα ελαιοπαραγωγικά διαμερίσματα του νησιού ως πρακτικό ντύσιμο κυρίως στο μάζεμα της ελιάς. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία που έχουμε το ‘σαλβάρ’ δεν φορέθηκε ποτέ από τις γυναίκες της Ερεσού. Σε γιορτινές εμφανίσεις παραγέμιζαν το ‘σαλβάρ’ με δυο, τρία ή και περισσότερα άλλα ‘βρατσιά’ τα οποία έδιναν με τον όγκο τους μία θηλυκότητα σύμφωνα με την αισθητική της εποχής. Έτσι προέκυψε και ο ακόλουθος στοίχος από το πολύ γνωστό τραγούδι ‘Η θειά’μ η Αμιρσούδα: η θειά’μ η Αμιρδούδα τρία βρατσιά φουρεί’. Το ύφασμα για τα γιορτινά σαλβάρια ήταν μεταξωτό ή μάλλινο του εμπορίου και για τα καθημερινά υφαντό του αργαλειού συνήθως. Ιδιαίτερα ξεχωριστό είναι αυτό το σπιτικό υφαντό που κάνει το σαλβάρι της Λέσβου διαφορετικό για τα ζεστά χρώματά του όπως το κόκκινο ‘κνικάτου’ ή το κίτρινο σε συνδυασμούς με λευκό πράσινο κτλ. ή σε διάφορα καρό και ριγέ σχέδια. Η φορεσιά με το σαλβάρι συμπληρωνόταν με την ‘καμζόρα’ και το ‘λιπαντέ’ που έμπαινε από πάνω. Το σαλβάρι προτιμούσαν να μην το φορούν στην εκκλησία. Η εμφάνιση της γυναίκας εξαρτιόταν από την ηλικία ή την κοινωνική της θέση. Έτσι τα σαλβάρια με ζωηρά χρώματα και τα πολύχρωμα μαντήλια τα φορούσαν οι νεαρές κοπέλες ελεύθερες ή νιόπαντρες. Οι μεγαλύτερες φορούσαν λιγότερο φανταχτερά και οι γριές μοβ και καφέ. Οι χήρες φορούσαν πάντα μαύρα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι υπήρξε και σαλβάρι – νυφικό.
Αναλυτική περιγραφή
ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ Το πουκάμισο γνωστό ως ‘πκάμσου’ ήταν μονοκόμματο κ ΑΝΤΕΡΙ Καλοκαιρινή ζακέτα ανοιχτή μπροστά ή με φαρδιά μανίκια. ΛΙΜΠΑΝΤΕΣ Είναι το πιο κεντημένο εξωτερικό ένδυμα κοντό με μανίκια φτιαγμένο από βελούδο ή τσόχα. Στις άκρες έχει χρυσά σιρίτια ενώ ο νυφικός και γιορτινός
ΒΙΛΙΟ Μαντίλι σε σχήμα οβάλ συνήθως γαρνιρισμένο στις ραφές και τις άκρες με χρυσά κεντήματα. Συνήθως ήταν κατασκευασμένο από βελούδο. ΤΣΕΜΠΕΡΙ Είναι μαντίλι βαμβακερό αραχνοΰφαντο και χρωματιστό που δένεται διπλωμένο διαγώνια. Στολίζεται στις άκρες με δαντέλα που γίνεται με τη βελόνα ή με χρωματιστές χάντρες και ασημένιες πούλιες. Οι νεαρές κοπέλες το έδεναν στο ΕΣΑΡΠΑ Μακρόστενο διαφανής μαντίλι ονομάζεται αλλιώς ‘φνίκα’.
ΤΣΟΚΑΡΑ Στις καθημερινές δουλειές αλλά και στις αγροτικές ασχολίες φορούσαν τα τσόκαρα ή αλλιώς ‘κτσόφτερνα’ ή ‘τσοκαρίνες’. Ήταν κατασκευασμένα από ξύλο βελανιδιάς. Υπήρχαν και τα καριγλέλια που είχαν δύο τακούνια ένα στη φτέρνα και ένα στη μύτη. Ονομάστηκαν έτσι γιατί στην εμφάνιση θυμίζουν σκαμνί καριγλέλια: καρεκλίτσες. ΑΛΛΑ ΕΙΔΗ Υπήρχαν και διάφορα εσωτερικά υποδήματα όπως: ‘γεμενιά’ τα ‘μέστια’ τα ‘τιρλίτσια’ και τα ‘χλάπια’. Πολυτελή παπούτσια ήταν τα βιδέλα από λεπτό δέρμα με φιόγκο από κορδέλα και τακούνι.
Τα ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν να έχει λυμένα τα μαλλιά της. Τα έκαναν πλεξίδες ή αλλιώς βλιρίδια. Τα μικρά κορίτσια έκαναν μία πλεξίδα ριγμένη στο πλάι, οι νέες κοπέλες έκαναν δύο πλεξίδες και οι παντρεμένες τα σήκωναν σε κότσο ή έκαναν πλεξίδες τις έκαναν στεφάνι γύρω από το μαντίλι τους. Σε νεότερες εποχές χρησιμοποιούσαν και ξένα μαλλιά όπως και για προϊόν styling χρησιμοποιούσαν: λικέρ και διάφορα ηδύποτα.
Τα σκουλαρίκια, τα δαχτυλίδια ήταν ασημένια, μαλαματένια, καπνισμένα, ή χρυσά και με ακριβές πέτρες. Συχνά ως σκουλαρίκια κρέμαγαν φλουριά, τα μαντήλια τους τα στόλιζαν με τις καρφοβελόνες ασημένιες ή χρυσές με μαργαριτάρια ή άλλες πολύτιμες πέτρες.
Τα καλλυντικά και προϊόντα μακιγιάζ που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες της Ερεσού ήταν συγκεκριμένα κάποια από αυτά είναι τα εξής: Για να τονίσουν τα μάτια και τα φρύδια χρησιμοποιούσαν γαρίφαλο αφού πρώτα το έκαιγαν. Για τα χείλια και τα μάτια χρησιμοποιούσαν το κοκκινάδι που για το οποίο δεν έχουν διασωθεί πληροφορίες για το τι ακριβώς ήταν. Για την ενυδάτωση του δέρματος παρασκεύαζαν κρέμες από το γάλα του πικραμύγδαλου. Επίσης έφτιαχναν κολόνιες από λουλούδια όπως ροδόνερο. Αντρική παραδοσιακή φορεσιάΗ παραδοσιακή φορεσιά της Ερεσού, πότε μπλε και πότε μαύρη, ανήκει στο νησιωτικό- θαλασσινό τύπο, αφού χαρακτηρίζεται από τη βράκα και το γιλέκο, γνώριμο στοιχείο των στολών σε όλα τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά μας. Στη μέση υπάρχει το ζωνάρι και στο κεφάλι το καλπάκι. Στο σημείο που σταματάνε τα μπατζάκια της βράκας, οι γάμπες καλύπτονται με κάλτσες ως το γόνατο. Τα παπούτσια χαρακτηρίζονται ως παντόφλες με σηκωμένη τη μύτη και είναι βαριά. ΤΟ ΚΑΛΠΑΚΙ Είναι γούνινο και μαύρο και φοριέται με τρόπο που μπροστά να σηκώνεται η κόχη σε καμπύλη,ενώ ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ
ΤΟ ΓΙΛΕΚΟ (χωρίς μανίκια) Το ερεσιώτικο γιλέκο είναι συγκεκριμένο και δε μοιάζει με τα γιλέκα άλλων περιοχών. Είναι το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της φορεσιά μας και έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
ΤΟ ΖΩΝΑΡΙ Είναι μαύρο υφαντό μήκους από 3 έως 4 μέτρα και πλάτους περίπου μισού μέτρου. Είχε σκοπό να συγκρατεί τη βράκα. Η ΒΡΑΚΑ
Σαν εσώρουχο της βράκας υπήρχε μία άλλη βράκα, απλή, άσπρη, που αφενός δεν άφηνε την τσόχινη βράκα να σε τσιμπάει και από την άλλη γέμιζε την κυρίως βράκα και της έδινε μιαν άλλη αρχοντιά την ώρα του χορού. ΟΙ ΚΑΛΤΣΕΣ Οι κάλτσες ήταν πλεκτές και μαύρες. |

λιμπαντές είναι κεντημένος στην πλάτη, στα μανίκια και μπροστά. Η πολυτέλεια της κατασκευής του τον έκανε αναμφισβήτητα να θεωρείται το πιο ακριβό ρούχο της φορεσιάς.
πλάι ή ψηλά πάνω από το μέτωπο. Οι παντρεμένες το έδεναν ψηλά ή χαμηλά χωρίς να κρέμονται οι άκριές του και μοιάζει με σκούφο. Στο πένθος κατεβαίνει χαμηλά ως τα φρύδια.
στο πλάι υπάρχει κόψιμο με κουμπιά ή σκέτα κουμπιά.
Το πουκάμισο με φαρδιά μανίκια είναι έντονα λουλακί χωρίς γιακά και με κουμπιά ως

Έχει άνοιγμα περίπου 1.80 μέτρα και στερεώνεται στη μέση με τη βρακοζώνη, που είναι ένα κορδόνι πλεγμένο στο χέρι. Το γεγονός ότι είναι τόσο μεγάλο το άνοιγμα της οφείλεται στην πολύωρη ίππευση πάνω στο άλογο ή στο μουλάρι, καθώς και για να είναι εύκολο το σκαρφάλωμα καθώς και το δρασκέλισμα των χαντακιών. Έχει κατά κανόνα το ίδιο χρώμα με το χρώμα του γιλέκου. Και εδώ όλα τα γαζιά σκεπάζονται από τη λεπτή μαύρη τρέσσα που αναφέραμε μιλώντας για το γιλέκο που δίνουν μία ιδιαίτερη ομορφιά, καθώς αυλακώνουν τη βράκα από πάνω ως κάτω. Τα μπατζάκια εξάλλου έχουν και αυτά τελείωμα με μαύρη τρέσσα και στερεώνονται με τις κάλτσες.