γαλαπόδια: είδος χάρτου γάλελους: γελοίος γάλια: σιγά σιγά γαλιά: ξερή κολοκυθιά γαλιούδα: σκίουρος γάνα: δίψα γανιασμένος: διψασμένος γαρνιάζου: στριγγλίζω, φωνάζω για: ή /βέβαια για ντα: γιατί για ώρας: αμέσως γιαγκίν’: φωτιά γιαίνου: θεραπεύω -ομαι γιαλαντζής: ψεύτης γιαραγκίζου: αξίζω γιαντά: γιατί, διότι γιασιά: μπράβο γιατάκ: στρώμα γιγίν: σωρός γιέριβι: το καθιστικό του σπιτιού γιουμένος: σκουριασμένος γιομός: σκουριά γιούνια: παιχνίδια γιουρούκς: βάρβαρος γιουρουγκίζω: ξεκινώ να φύγω γιουφύρ’: γεφύρι γκ’ντω: σπρώχνω γκαρτάλα: ψηλή γυναίκα γκατζουρίδα: ξερό γυριστό ξύλο γκελ γκιφίρ γκελ: κατάσταση ικανοποίησης γκικλιμές: είδος γλυκού γκίνα: σπρωξιά γκιουρέμι: ντρέπομαι γκλέβα: κεφαλή | γκονούμι: ζορίζομαι γκόσμο: το ζόρισμα γκούγκ’μα: σπρώξιμο γκουγκτζέλα: κουκουνάρα γκτζούμπους: κοντός (μτφ) γλια: γουλιά γουμάρ: βάρος γουνιά: γωνία,τζάκι γραγούδα: καραφλό κεφάλι (μτφ) γριτσίζου: ευχαριστιέμαι γροικώ: καταλαβαίνω γυαλουκουπώ: λάμπω γυαλουντούλαπο: ντουλάπι για γυαλικά και γλυκά γυρεύγου: ψάχνω γυρινέ: ίδιου είδους
Δ δαμάλ’: μοσχάρι δαχτ’λιά: αποτύπωμα δακτύλου διαβαίνου: φεύγω διακουκιά: συμβουλή διακουκιέμι: συμβουλεύομαι διάκους: γαλοπούλα διακουτώ: συμβουλεύω διαπλάζου: ομορφεύω διαρ’μίζου: σιγυρίζω διμάκ: δέμα διξιάδα: επιδεξιότητα δίτσιου: δίκιο δουλ’κό: υπηρέτριες δρουσιά: δροσιά δρουσκός: δροσερός δυόμιλου: δίδυμο δυουμιλιάρκου: δίδυμο δώτσειχερ: ό,τι ήταν να γίνει έγιν |