καραντί: σωστός άνθρωπος / σκιά (π.χ. Άξπαντα είδα ένα καραντί) καράρ: όριο, μέτρο καρασουλέν’: ουράνιο τόξο κάργα: γεμάτο ως πάνω, ξέχειλα καρδαμώνου: δυναμώνω καριγλέλ’: μικρό σκαμνί καριγλί: μικρό σκαμνί καριστίζου: ενδιαφέρομαι καρκατζλιά: μουντζούρα καρούλ’: τροχός καρσ’λαγκίζου: αντικρίζω καρσ’νός: απέναντι καρσί: αντίκρυ, απέναντι (π.χ. Καρσί μ’ ήρθες τσ’ έκατσες σα μαραμένου πράσου) καρτάλ’: μεγαλόσωμος άνθρωπος καρφιτσέλ’: μικρή καρφίτσα καρώνου: τεντώνω, ξυλιάζω κάσα: φέρετρο κασιδιάρ’ς: αυτός που πάσχει από κασίδα κατά ποδ’: αμέσως μετά κατάκαρσι: εντελώς απέναντι καταμισί: στη μέση καταντίπ: τελείως καταχειρίζου: δέρνω κάποιον κατμίζου: νυστάζω πολύ κατρακώνουμι: συναντιέμαι τυχαία με κάποιον κατρατσ’λω: κυλώ κατρατσίλ’: ρόδα κατρατσίλα: κατηφόρα κατσαρόλ’: μικρό κύπελλο σαν ποτήρι για να πίνουμε νερό κατσίζου: χαλάω τις σχέσεις μου με κάποιον κατσπουδιάρ’ς: καημένος κατώγ’: υπόγειο σπιτιού καύκα: φλιτσάνα | καυκαλιά: το χτύπημα στο κεφάλι καυκαλιάζου: χτυπώ το κεφάλι καυτσιά: καυχησιολογία καυτσιάρ’ς: καυχησιάρης καφινές: καφενείο καφτσί: φλιτσάνα καψ’: καύσωνας καψαλός: σταχτής (π.χ. Ένας κάτους καψώνουμι: ζεσταίνομαι κιαλέρνου: βλέπω μακριά, ξεχωρίζω κίλιγια: πως κιλίκ: εμφάνιση κιλίμ’: ψιλό χαλί κιντί: αργά το απόγευμα κιστής: δειλός κιουρώ: βλέπω κισκιντίζου: θυμώνω από τα πειράγματα κιτάπ’: βιβλίο κλαίγουμι: γκρινιάζω κλαστάδις: τσακιστές πράσινες ελιές κλατέρνου: κουράζομαι πολύ κλουθουγυρίζου: περιτριγυρίζω κλουπουδίζου: βάζω τρικλοποδιά κλουτσ’: τελείως μεθυσμένος κνικάτους: κατακόκκινος κόνξα: νάζι κόσ’νου: κόσκινο κόσια: τρέξιμο κουγιουμτζής: χρυσοχόος κουγκτέλα: κουκουνάρα κουπού: απάνεμο μέρος κουκάς: βάζο για γλυκό του κουταλιού κουκούμ: θαλπωρή κούκουρους: τελείως στεγνός |