ζου-καβ

α-αλικ  αλιμ-γαζ  γαλ-δω  ε-ζορ  ζου-καβ καρ-κουκ    κουλ-κστω  λ-μακ   μαμ-μπαλ 

     μπαμ-μπρο    ν-ξω  ο-σικ  σιν-χαμ  χαν-ψουρ

ζουμπούλ’: υάκινθος
ζούπα, ζούπαγρο: μούσκεμα
ζουρζόμς: χαζός
ζουρλαγκίζου: ζορίζω
ζουρλαγκίζουμε: ζορίζομαι
ζουρμπαλίτς: παίρνω κάτι με το έτσι θέλω
ζουράς: μουσικό όργανο

Η
ήμ’: ήμουν
ήμπα: μπήκα
ήυτου: ήταν
ης: ήσουν
ηχ: επιφώνημα ευχαρίστησης
      αλλά και εκδίκησης

Θ
θ’καρ: θήκη
θ’λύκα: η κουμπότρυπα
θ’μούμι: θυμάμαι
θαλάμουσι: νύσταξε
θάνετου: αν είναι έτσι
θάσιους: εύθραυστο
θερμόμιλ’: ζεστός χυλός
θουριά: όψη, χρώμα (του προσώπου)
θρουνιάζουμι: κάθομαι απρόσκλητος
θχατέρα: κόρη

Ι
ι: άρθρο για αρσενικά (π.χ. ι  Γιανν’ς)
ιγιού:  επιφώνημα όπως «αχ Παναγιά μου»/
          ειρωνία
ίδρους: ιδρώτας
ικράμ: περιποίηση
ιρίκ’: κορόμηλο
ίσα: μπρος, φύγε
ίσια-ίσια: ακριβώς


ίσιαπερα: προς τα πέρα
ίστάχ’: όρεξη για δουλειά
ίστσιους: ίσκιος
ίφρίτ: μεγάλος θυμός
ίφτσή: ευχή

Κ
κ’βανιέμι: έρχομαι
κ’βανω: μεταφέρω
κ’βαρ: κουβάρι/ μτφ: το γεροντάκι
κ’βαρα: πλήθος, σωρός
κ’κι: κουτί
κ’λο: μτφ. χέρι αλλά και πόδι
            π.χ. «Μάζιψι τα κ’λα σ’να πιράσου»
κ’μαρ: στάμνα
κ’μας’: κοτέτσι
κ’νάδ’: κουτάλι
κ’νάζου: τινάζω / μτφ. πεθαίνω
            π.χ. «Άμα τα κ’νάξου…»
κ’νάζουμι: πετάγομαι
κ’νιάμινους: κουνιστός
κ’νιέμι: κουνιέμαι
κ’νω: κουνάω
κ’σούρ’: ελάττωμα
κ’ταβ’: σκυλάκι/ μτφ. το άτακτο παιδί
κ’τσένου: κουτσαίνω/ επεξεργάζομαι το μαλλί
κ’τσι: κουκί
κ’τσίζου: πα σπαλίζω
κ’τσός: κουτσός
κ’τσουδούλ’: μικρή, ασήμαντη, εργασία
κ’φένουμι: χάνω την ακοή μου
κ’φάζου: βαριακούω
κ’φός: κουφός, ο κούφιος αλλά και ο άδειος
κ’φούν: κυψέλη μελισσών / ο κουφός
κ’χαρέλ’: μικρός τοίχος
κάβγου: καίω