μαμ-μπαλ

α-αλικ  αλιμ-γαζ  γαλ-δω  ε-ζορ  ζου-καβ καρ-κουκ    κουλ-κστω  λ-μακ   μαμ-μπαλ 

     μπαμ-μπρο    ν-ξω  ο-σικ  σιν-χαμ  χαν-ψουρ

μαμούδ: δουλευταράς

μανίτ’ς: μανιτάρι

μανός: βραδύς, οκνηρός

μαντάτσ’: τσιμπούρι

μαντρακώνου: στριμώχνω

μαντράτς: περιορισμένο μέρος

μαξούς: σκόπιμα, επίτηδες

μαρατζιάρ’ς: καχεκτικός

ματζούν’: γλειφιτζούρι

ματσίδα: κιμάς

ματσιλίν: είδος ξύλινης πόρτας

μαυροκαλιάζου: αδυνατίζω

μαχαλάς: συνοικία

μερτιπέ: στη σειρά

μζατσ’: μπάλωμα

μήλα-μήλα: κάνω το κεφάλι δεξιά-αριστερά

μήτι: ούτε

μια κουπανιά: κάτι που έγινε απότομα

μιγ’ντάν: πλατεία

μιζάτ: αγανάκτηση

μιλέτ’μα: σκέψη

μιλιτώ: σκέπτομαι, υπολογίζω

μιλταίδ’: καρούμπαλο

μιλώσαν: συμφιλιώθηκαν

μιντέρ: χαμηλός καναπές

μιριά: πλευρά, τοποθεσία

μιρμιδίζου: μουδιάζω

μιρτζάν’: χάντρα

μισάλ’: πετσέτα

μισάλα: τραπεζομάντηλο

μισιλές: παραμύθι, ανέκδοτο

μισιός: μεσαίος

μισμίς: λεπτολόγος

μιταπιάνου: βοηθώ κάποιον

μιτάπιασμα: βοήθεια

μιτσμένους: μεθυσμένος

μλιάρκου: αδύνατο μωρό

μντα: 1. και σιγα; 2. αμ τι νομίζεις;

μντίζου: φαντάζομαι

μο: μόνο

μοιρέσ’: κληρονομιά

μόνα: εμένα

 


μονασιά:
 συμφιλίωση, συνεννόηση

μόρκου: μωβ, μελανασμένο

μοτζιμουναχός: ολομόναχος

μουδίρ’ς: δήμαρχος

μούδρα: μούχλα, σαπίλα

μουζικάντ’ς: οργανοπαίχτης

μουζντές: είδηση, πληροφορία

μουζού: 1. αλεπού, 2. αυτός που

             ανακατεύεται παντού

μουλώνου: γεμίζω τα κενά

μουναχός: μοναχός

μουνιάζου: συμφιλιώνομαι

μουνόχνουτους: μαναχικός

μουτλίν’ς: 1. έξυπνος, 2. ερωτιάρης

μουντέρνου: ορμώ, χυμώ

μουντουμένους: μουντός

μουρ’κάτα: τα παιδικά (π.χ. ρούχα)

μουρελαριά: τσούρμο από παιδιά

μουρνταρεύγου: βρομίζω

μουρόχαυλους: αφελής, εύπιστος

μουσαφιριά: φιλοξενούμενοι

μούσκλα: το κορόμηλο

μουσκουκάρφ’: το γαρίφαλο (μπαχαρικό)

μουσταχάκ: καλά να πάθεις

μουστιρής: πελάτης

μουτλάκ: σώνει και καλά

μούτσιας: μικρό παιδί, πιτσιρίκος

μούτσκου: πρόσωπο, φάτσα

μπ’γάδα: μπουγάδα

μπαγάζια: αποσκευές

μπαγανάς: νεαρός, έφηβος

μπαγιάτ’κους: χαλασμένος

μπαγιλντ’ζμάδα: ζαλάδα

μπαγιλντίζου: κουράζομαι πολύ

μπαγλαρώνου: δένω, φυλακίζω

μπαϊλντισμένους: πολύ κουρασμένος

μπακίρ’: χαλκός

μπακίρα: 1. δοχείο για την ανέλκυση νερού

               από το πηγάδι 2. χάλκινο δοχείο

μπακσίς: φιλοδώρημα

μπαλαμούτ’: απάτη

μπαλτάς: τσεκούρι