Ο οκ’: μόλις, απάνω που όρν’θα: κότα, όρνιθα όρνιου: το αρπαχτικό/ μτφ. αγενής ουκνιά: τεμπελιά ουκνός: τεμπέλης ουλάτσιρους: ολόκληρος ουλόρθους: όρθιος ούριους: χαλασμένος ουρμάζω: ωρίμάζω ουρνός: το άγουρο σύκο
π’θεύγουμι: οργίζομαι π’θυμός: θυμός π’καμ’σου: πουκάμισο π’στουσύν’: εμπιστοσύνη πα: πάνω πάτσι: μήπως παγαίνου: πηγαίνω, φεύγω παθ’μένους: άρρωστος,τρελός παλαβάδα: τρέλα πάντα πα: πέθανε παντέχου: περιμένω παράγκ’: μακρύ σίδερο ασφαλείας με το οποίο ασφάλιζαν τις εξώπορτες παραλής: πλούσιος παραμανάκ’: τσιμπιδάκι παρασόλ’: ομπρέλα παρλώ: συνοδεύω παρτσιάδ’: μικρό κομματάκι πασαλείβγουμι: πασαλείβομαι πάστρα: καθαρότητα παστρικός: καθαρός πατατσίζου: αργώ στο να κάνω κάτι πατσιαβούρα: κουρέλι πιρασιά: πέρασμα πισμανεύου: μετανιώνω πιτ’νός: πετεινός πουλιόμουρφα: πολύ ωραία πουρκί: μικρή πόρτα πουρπαξιά: βάδισμα προυκ’νός: παλαιότερος πυρώνω: ζεσταίνω
|
πχαρουπάν’: διακοσμητικό χαλί για το πχαρί
ρ’μάζου: ερημώνω ράβδους: το ξύλο ράστ: βολικά ράχ’κς: βράχος ραχατεύγου: ξεκουράζομαι ρέγουμι: επιθυμώ ρέμπιλους: τεμπέλης ρημνώ: ψάχνω ριζίλ’: γελοιοποίηση ριμάλ’: αλήτης ριμπιλιό: άνω κάτω ρουγίδ’: αράχνη ρουμάν’: βάτος
σ’λαρ: σκύλος σ’νεικάζου: αντιλαμβάνομαι σ’νουπαρτά: μετακόμιση σ’νουρίζουμι: συνερίζομαι σ’νουφιά: συννεφιά σ’τσια: συκιά σ’χαμένος, σχαντός: άσχημος σ’χαρίτσια: συγχαρητήρια, χαρά σα: όπως σαβουρμάς: δυνατό πέταγμα σάγια: αποθήκη σάζου: φτιάχνω/ μτφ. απειλώ σακιντίζου: παραμερίζω σαλαγώ: κινώ, πειράζω σάλια μπάλια: σαχλαμάρες σάλιακους: σαλιγκάρι σαλτέρνου, σαλτάρω: πηδώ σαπ: όπως σβιλτουσίν: γρηγοράδα σβιντουνώ: εκσφενδονίζω σβουντουνιέμι: πετάγομαι σιαματάς: θόρυβος σιαματεύγου: φλυαρώ σιασλά: ”κοιμισμένη” γυναίκα σικί: ταχύτητα, βιασύνη σικί σικί: γρήγορα γρήγορα
|