λ-μακ

α-αλικ  αλιμ-γαζ  γαλ-δω  ε-ζορ  ζου-καβ καρ-κουκ    κουλ-κστω  λ-μακ   μαμ-μπαλ 

     μπαμ-μπρο    ν-ξω  ο-σικ  σιν-χαμ  χαν-ψουρ

 

Λ

λ’βαν: λιβάνι

λ’μπίζουμι: 1. επιθυμώ κάτι, 2. είμαι

                              ερωτευμένος

λ’σιάζου: λυσσάζω

λάβρα: μεγάλη ζέστη

λαγδιαριάζου: τρώω με βουλιμία

λαγκάδ’: μικρό ποτάμι συνήθως ξερό

λαγκαδούρ’: τρόπος για να πετύχεις κάτι

λαδ’κό: μικρό δοχείο για τη φύλαξη λαδιού

λαθούρ’: η φάβα

λακίζου: απομακρύνομαι τρέχοντας

λακιρντί: συζήτηση, κουβέντα

λάκκους: λακκούβα, τάφος

λαλάτσ’ς: 1. σαστισμένος,  2. χαζός

λάργκας: λαρύγγι

λασκάρου: χαλαρώνω

λάτρα: οικιακές εργασίες

λαφράδα: χαζομάρα

λαχεύου: τυχαίνω

λέγου: λέω, υποθέτω

λειψάδα: έλλειμμα σε πράγματα ή στην

                 εξυπνάδα

λειψός: χαζός

λέλεκας: 1. πελαργός,  2. άνθρωπος πολύ

              ψηλός και άχαρος

λέρα: βρωμιά

λεσ’: αδύνατος άνθρωπος

λέτσους: άνθρωπος βρωμερός και κουρελιάρης

λεύτερις: τα ανύπανδρα κορίτσια

λιάζου: βάζω κάτι στον ήλιο

λιέμι: περιφέρομαι άσκοπα

λιλέτσ’: πελαργός, χαζός (μτφ.)

λιουκούτσκου: κουκούτσι ελιάς

λιφούσ’: ασύντακτο πλήθος

λιφκράτου: το γλέντι των κοριτσιών πριν από

                 το γάμο της νύφης

λιχούδ’: βρέφος λίγων μηνών

λόμπια: ξερά φασόλια

 


λότινα: 
1. παλιά, 2. αφηρημένη γυναίκα,

            3. εντελώς

λουβιάζου: αρρωσταίνω, δέρνω κάποιον

                άσχημα

λουβάρ’ς: κακομοίρης

λουγιάζου: βλέπω, κοιτάζω

λουγιώ-λουγιώ: διάφορα πράγματα

λουμπούτ’: γερός ξυλοδαρμός

λούνου: λούζω

λουντουρίζου: ραντίζω

λουπάζου: ζαρώνω, σωπαίνω

λουπασμένους: μαζεμένος, ήσυχος,

                        αμίλητος

λύθους: άγουρο σύκο

λύσσα: πολύ αλμυρό φαγώσιμο

λύχνους: λυχνάρι

λώπα-λώπα: 1. κρυφά, 2. σιγά-σιγά
 


Μ

μ’γιαζουμι: γίνομαι καχύποπτος

μ’κράτα: παιδικά χρόνια

μ’λιάζου: μουσκεύω

μ’λιασμένους: βρεγμένος

μ’νιάτικου: μισθός

μ’τζούνα: μάσκα αποκριάτικη

μ’τζούνους: μασκαράς

μ’τζούρα: μουντζούρα

μαγιασίλ’: φλυαρία

μαγκουμένους: 1. στριμωγμένος, 2. αυτός 

                 που έχει οικονομικά προβλήματα

μαγκούφ’ς: έρημος, μόνος

μαγκώνου: 1. στριμώχνω, 2. πιάνω κάποιον

                 στα πράσα

μαθές: δηλαδή, έτσι

μαθρακός: βάτραχος

μαθρακουμάλια: αντικείμενα ευτελούς

                        αξίας

μακ’κο: καλή τύχη

μακάτ’: στρωσίδι