Α α μπε τσι συ: άντε καλέ αβ’: το κυνήγι αβάδ: το καμένο αβάνς: συκοφάντης αβανιά: συκοφαντία αβάντα: υποστήριξη αβάφ’τστους: αβάπτιστος άβαφτους: αχρωμάτιστος αβγατίζου: αυξάνω αβγότσιφλου: το τσόφλι του αυγού αβέρτα: ανεμπόδιστα, ελεύθερα αβλαγκιάζου: σημαδεύω αβλάγκιασμα: το σημάδι αβράντινι: ύφος περήφανο αβτζής: ο κυνηγός αγάλια: σιγά σιγά άγανο: η βελονοειδής απόφυση του σταχιού αγάνουτους: που δεν έχει γανωθεί αγάντα: βάστα, κράτα γερά αγαντάρου: κρατώ γερά αγιαζλίδ’κου: δροσερό αγιάρ: ανάχωμα αγιάσμα: αγίασμα αγιογδύκ’ς: άπληστος, αυτός που γδύνει από απληστία ακόμα και τους Αγίους αγκίγαμους: το γλέντι του γάμου αγκλαβή: είδος προικοσύμφωνο αγκύλ: αγκίδα αγναγκίζου: εξηγώ, λέω, διηγούμαι |
αγριεύγουμι: φοβάμαι αγριμάδα: φόβος, δέος αγριουλαγκίζουμι: ταράσσομαι αγριουλαλώ: φοβίζω ένα ζώο αγριουλουγιάζου: αγριοκοιτάζω αγυρσία: στον αγύριστο αδειανός: άδειος αδιαλογ’στους: ανόητος αδιαφόρετος: άχρηστος αδιρφουμοίρια: μερίδα των αδερφών από κληρονομιά αδραχτάδις: άτομο ψηλό στο μπόι αζμάν΄ς: καλοθρεμμένος αθρασκούφ: στάχτη αϊνατζης: κατεργάρης αϊντινιό: ποικιλία σύκου ακ’στά: κάτι που έχω ακούσει ακαπίστρουτους: ζώο χωρίς χαλινάρι άκαρα: η αντοχή ακιντί: κλίση (στέγης π.χ.) ακουμπέτ: άραγε, μήπως ακρίθαμα: είδος χάρτου άκσι τα σκουλιανά τ’: τον κατσάδιασαν άκστους: Αύγουστος αλαϊδζής: πειραχτήρι αλαμπαμπάγκτουνου: ολόφωτο αλάργα: μακρυά αλήμουνους: καχεκτικός αλιβριά: κρεμώδες γλυκό αλιγριά: ανεμελιά αλικουντίζου: εμποδίζω |