ν-ξω

α-αλικ  αλιμ-γαζ  γαλ-δω  ε-ζορ  ζου-καβ καρ-κουκ    κουλ-κστω  λ-μακ   μαμ-μπαλ 

     μπαμ-μπρο    ν-ξω  ο-σικ  σιν-χαμ  χαν-ψουρ

Ν

ν’κουτσυαρά: νοικοκυρά

ν’κουτσυρεύγω: νοικοκυρεύω

ν’κουτσύρ’ς: νοικοκύρης

ναμ: φήμη, αξία, πρωτιά

ναμκιόρ’ς: γρουσούζης

νάτικια: έτσι

νέντιμεκ: πιθανόν να γίνει

νεραγίδα: νεράιδα

νιόστακας: αυτός που νομίζει ότι τα ξέρει όλα

νιώνου: ξυπνώ, αντιλαμβάνομναι

νουγώ: γνωρίζω, ξέρω, καταλαβαίνω

ντ’μπανιάρ’ς: κακόμοιρος

ντ’μπανιασμένους: πρησμένος

ντα: τι

νταβούλ’: τύμπανο

νταβραγκζένους: ζωηρός

νταβραγκίζου: ξεκινώ να πάω κάπου

νταγιαναμαντίμ: φτάνει

νταγιαντώ: στηρίζομαι

νταγκλαράς: ψηλός, ογκώδης

νταήτου: γιατί, για ποιο λόγο

νταλαμουργίζουμι: ανακατεύομαι

νταλντ’σμενους: αυτός που τα έχει χαμένα

νταμ: αγροτική καλύβα

νταμλιαγιάζουμι: ζαλίζομαι

νταμλάς: εγκεφαλική προσβολή

νταλντίδου: τα χάνω, δε θυμάμαι

ντανάς: ταύρος

νταρί: καλαμπόκι

νταρμανταχάν: σκόρπισμα

νταρνταχόσ’: άνω- κάτω

ντέδα: έλα, πρόσεχε

ντεπηγετλίδκου: φινετσάτο

ντιβίνου: οινόπνευμα

ντικουντίνου: συνεχώς

ντιμέκ’: ώστε, δηλαδή

ντιμπισίρ’: κιμωλία

ντιπ: εντελώς, τελείως

ντιπ για ντιπ: ολωσδιόλου

ντιπτίρι: πολύ γρήγορα, αμέσως

ντιρέκ: ψηλός άνδρας

ντιψίγ’ς: δύστροπος, γρουσούζης

ντουβάρ: τοίχος

 

 


ντουγρού:
 ίσια

ντουγρουγκίζου: ξεκινώ αποφασισμένος

ντουζινιάρου: τακτοποιώ

ντουζντίζου: ξεκινώ με ενθουσιασμό

ντουμ: βήμα, μικρή απόσταση

ντουμάν’: πυκνός καπνός

ντουμανιάζου: γεμίζω καπνό

ντουμάτσα: ντομάτα

ντουσιμές: λιθόστρωτο



Ξ

ξ’λουμάδα: ανοησία

ξ’λουμένους: βλάκας

ξ’λώνου: απασχολώ

ξ’λώνουμι: ξελογιάζομαι

ξ’νόγαλου: γιαούρτι

ξ’πασμένους: φαντασμένος

ξ’πω: τρομάζω

ξαδειάζω: βρίσκω χρόνο

ξαμουλέρνω: αφήνω κάτι ελεύθερο

ξανοίγου: διακρίνω από μακρυά

ξίγκ’κους: λειψός

ξιθ’λυκώνω: ξεκουμπώνω

ξικουκλώνω: αποκαλύπτω

ξικουλμός: ξεκόλυμα

ξικουμπίδια: φύγε από εδώ

ξιλ’μένος: ο μη δεμένος

ξιλιγμένους: μοντέρνος

ξιλώ: λύνω

ξιμπουσκάρου: χαλαρώνω κάτι

ξιπατώνω: χαλώ, καταστρέφω

ξιπιρνέμι: συναγωνίζομαι

ξιπιτώ: τρέμω

ξιπσμου: τσούξιμο

ξιράχμ’σμα: χασμουρητό

ξιραγμίζουμι: χασμουριέμαι

ξισ’κώνου: 1. αντιγράφω, 2. παροτρύνω

                 κάποιον να κάνει κάτι

ξιτέλια: τα αποτελέσματα

ξουμπλιάζου: ζωγραφίζω, κουτσομπολεύω

ξουρελώνου: κάνω, ασχολούμαι

ξτελ’: πιάτο

ξτερ’: το γεράκι

ξώπουρτα: εξώπορτα