σιντίρ: καναπές σιντούτσ’: κασέλα, φέρετρο σιράνα: φαράσι σιρέκ’ς: ζόρικος, πεισματάρης σιρμπέκ’: κάτι πολύ γλυκό σίρνου: τραβώ σιρσέμ’ς: ανόητος, βλάκας σκ’λήκους: σκουλήκι σκάλιθρου: ψηλός, αδύνατος σκλι: τσουλούφι σκουκ’νός: σκοτεινός σνουπαρτά: μετακόμιση σνουπέρνου: μετακομίζω σουκάτσ’: στενός δρόμος σουλτάν μιριμέτ’: ξυλοδαρμός σουρτούκ: αλήτης σουσούμ: ομοιότητα χαρακτηριστικών σουσουμιάζου: διακρίνω σε κάποιον χαραστηριστικά κάποιου άλλου προσώπου σπάγκους: τσιγκούνης στ’χι: στοιχειό, φάντασμα σταυρουπιτάλατους: πολύ γρήγορος στράτα: δρόμος στρουμπουμπλήθρες: σβούρες στσάνους: ζητιάνος στσιπάρν’: σκεπάρνι συγκρυάζουμι: κρυώνω σύγκρυου: ρίγος σφάλω: κλείνω σφουγκίζου: καθαρίζω
ταπουλιώρας: πριν από λίγο τάτσω: τσακίζω ταχιά: αύριο ταχτέρ’: πρωί τζαμ ντουλάπι: ντουλάπι με τζάμια τζαναμπέκ’ς: ανάποδος τζιντρώνου: κεντρίζω τίλια: πως τιμιλί: τελείως τσαμ: πεύκο τιτράγκαθους: αράχνη |
τουντζ: αμαθής τρουλ’: γεμάτο μέχρι πάνω τσ’μουμι: κοιμάμαι τσ’μπίδ: κοτσάνι τσ’νηγώ: κυνηγώ, διώχνω τσαγιρό: ποτιστήρι τσαγριά: πιτσιλιά τσαγρίζου: 1.πιτσιλίζω 2.το βάζω στα πόδια τσανάκια: υπάρχοντα τσεινούς: εκείνος, αυτός τσι: και τσιακ: μέχρι τσούρμου: ομάδα ανθρώπων τσιρός: καιρός τσουρουκμάς: κοντόχονδρος άνδρας τσίτουμι: κείτομαι τσίτρινου: κίτρινο τσιφάλ’: κεφάλι τσουρ’: τσιμπούρι τσολ’: κουρέλι
Φ φαμ’λια: οικογένεια φκη: αυτή φκυάρ’: φτυάρι φκυματώ: φτύνω φρινιάζω: θυμώνω πολύ φριτ: ο έξαλλος από θυμό φρόκαλου: σκουπίδι φουρκάλ’μα: σκούπισμα φουρκαλίδα: σκούπα φουρκαλώ: σκουπίζω φρουμάζου: επιτίθεμαι με άσχημα λόγια φτάνου: κάνω
Χ χαβούτζα: δεξαμενή χαιλάν’: κουτός χαλατσιά: πολύ παλιό/ χαλασμένο χαλαχούλ’ς: αυτός που κάνει φασαρία χαμ: κάτω χαμπάρ’: είδηση χαμπαριάζου: αντιλαμβάνομαι
|