κουλ-κστω

α-αλικ  αλιμ-γαζ  γαλ-δω  ε-ζορ  ζου-καβ καρ-κουκ    κουλ-κστω  λ-μακ   μαμ-μπαλ 

     μπαμ-μπρο    ν-ξω  ο-σικ  σιν-χαμ  χαν-ψουρ

κουλάγ: τρόπος, μέθοδος

κουλάγια: τα απαραίτητα

κουλανταρίζου: μεταχειρίζομαι

κουλιάρμ’: κάτι που είναι πολύ αλμυρό

κουλίτσια: μικρά ψωμιά

κουλμπάτσ’: κουβάρι

κουλουκόβγουμι: σακατεύομαι

κουλουκουμένους: σακάτης

κουλουσέρνουμι: αδυνατώ να περπατήσω

κουλουσφίξ: στεναχώρια

κουλουφουκιά: πυγολαμπίδα, ασθενικό φως

κουλτσιάζου: ζητάω κάτι επίμονα και φορτικά

κουμάδα: ατονία

κουμάκ: λίγο

κουμαντέρνου: έχω υπό τον έλεγχο μου

κουματέλ: λίγο

κουμαντέρνου: έχω υπό τον έλεγχο μου

κουματέλ’: λίγο

κουμούλ: μικρός σωρός, στοίβα

κουμπάτ’ς: άνθρωπος αγενής

κουμπόνου: γεύομαι κάτι πρωτοεμφανίσημο

                 ή σπάνιο

κουντόγιμους: σχεδόν γεμάτος

κουντουργκίζου: αφηνιάζω

κουντίλ: μολύβι/ ποσό δαπάνης

κουπάκ’: φλιτζάνι

κουπανιά: απότομα

κουπανίδα: ο γυρίνος

κουπανώ: χτυπώ

κουπιλάρ’: αγόρι

κουπιλούδα: κοπέλα

κουπρόσ’λους: αδέσποτο σκυλί/ μτφ ο αλήτης

κουπρουσ’λιάζου: αλητεύω

κουράκ: ανομβρία, ξηρασία

κουργκίζου: πειράζω με τα λόγια μου

κουργκίζουμι: καμαρώνω

κουρκουκιάζου: αποβλακώνομαι

κουρμπέτ: κακουχία, ταλαιπωρία

 

 


κουρούμ:
 το ανάστημα του ανθρώπου

κουρουψάλ’δου: ψαλίδι για το κούρεμα των

                         ζώων

κουρτζέλα: τούμπα

κουσ’νίζου: κοσκινίζω

κουστάφ’: πολύ κουρασμένος

κουταλίζου: τρώω

κουτβός: χωρίς μύτη, ο μη αιχμηρός

κουτζάμ: πελώριος, ολόκληρος

κούτιλου: μέτωπο

κουτόρα: χαζή

κουτουράδα: απερισκεψία

κουτουρού: στην τύχη

κουτούτς: άνθρωπος αγράμματος

κούτρα: κεφάλι

κουτρούπ’: πήλινο δοχείο

κουτσ’νάδα: παπαρούνα

κουτσ’νίζου: κοκκινίζω

κοτσ’νορ’ζα: παντζάρι

κουτσέρνου: προσαρτώ, κρεμώ

κούτσκου: πολύ μικρό

κουτσκούδα: ρόπαλο, κεφάλι (μτφ.)

κουφίν: κοφίνι

κοχ: άκρη, γωνία

κράμπιλου: γυναίκα ψηλή, αδύνατη, χωρίς  

                 χάρη

κριβακή: 1. αργαλειός, 2. κληματαριά

κρικίρ: ακρωτήρι, γκρεμός

κριν’: μικρό τενεκεδένιο δοχείο

κριτσέλ’: σιδερένιος κρίκος της εξώπορτας

κροσ’: το κουρέλι

κρούζουμι: ζαλίζομαι

κρυάδα: κρύο

κρυόμπλαστου: κρύος, απλησίαστος

                       (χαρακτηρισμός ανθρώπου)

κστελ’: μικρό πήλινο πιάτο

κστιλεύου: καθυστερώ κάποιον σε κάτι που

                κάνει

κστω: χρωστώ