μπαμ-μπρο

α-αλικ  αλιμ-γαζ  γαλ-δω  ε-ζορ  ζου-καβ καρ-κουκ    κουλ-κστω  λ-μακ   μαμ-μπαλ 

     μπαμ-μπρο    ν-ξω  ο-σικ  σιν-χαμ  χαν-ψουρ

μπαμπακάτους: κάτασπρος

μπαμπάκους: ο ασπρομάλλης

μπαμπέις: ύπουλος

μπαμπούγια: ερημιά, σκοτεινά

μπάμπουρας: έντομο

μπαμπουριά: φήμη, διάδοση

μπανίζου: κοιτάω πονηρά

μπάντα: άκρη, πλευρά

μπαντριά: γάμος

μπαραντίζου: βρίσκω μέρος να προφυλαχτώ

                   από τον κακό καιρό

                    ή να ξεκουραστώ

μπαραντουμένους: κλειδωμένος

μπαραντώνω: κλειδώνω

μπαρέγια: παρέα, συντροφιά

μπαριά: φορά

μπάριμ: τουλάχιστον

μπαρούτ’: 1. το μπαρούτι, 2. πολύ ξινό φαγητό

                3. θυμωμένος άνθρωπος

μπαρούφα: ανοησία

μπασιαρντίζου: καταφέρνω

μπαστραμπάς: γυάλινη κανάτα

μπατακτσής: κακοπληρωτής

μπατάλ’ς: υπερβολικά μεγαλόσωμος, άχαρος

μπατάρου: γέρνω, ανατρέπω

μπατίρ’ς: άφραγκος

μπάτσι: μήπως

μπατσλουγυρίζου: χαστουκίζω

μπαφίρα: κουβέντα, συνομιλία

μπαφιρεύγου: κουβεντιάζω

μπαχατουριά: ζημιά, η πονηριά

μπαχτσαλαν’κα: λαχανικά

μπαχτσαλαν’ς: μανάβης

μπαχτσές: κήπος

μπερντάχ’: ξυλοκόπημα

μπερντέν: αμέσως

μπιζιρίζου: κάνω κάτι ξεπερνώντας μεγάλες

                 δυσκολίες

μπιζμπίλια: συκοφαντικά λόγια

μπιζούμι: ζορίζομαι

μπικιάρ’ς: άγαμος

μπικίζω: εξυπηρετώ

μπικρής: μέθυσος

μπίκσι: έγινε

μπιλαντέρ: φίλος

μπιλετζίκ’: βραχιόλι

μπιλιντίζου: ξεχωρίζω, διακρίνω

μπιμπέτς: έντομο, μικρό ζωύφιο

 


μπινιάς:
 κάτι πολύ σκληρό

μπιρικιτζής: ευλογημένος

μπίρμπα: μάγκας

μπιρντέν: αμέσως

μπισλιγκίζου: ανατρέφω, ταΐζω

μπισλιμές: καλοταϊσμένος

μπιτ: ολότελα

μπιτίζω: τελειώνω, φέρω εις πέρας

μπιτούνιους: ολόκληρος

μπιχιντώ ή μπιχιντίζου: αρέσω

μπιχτσής: αγροφύλακας

μπογ’: 1. μπόι, 2. φούστα

μπόλ’: εμβόλιο

μπόλ’κους: άφθονος

μπόσ’κους: χαλαρός

μπουγιαγκ’σμένους: βαμμένος

μπουγιαγκίζου: βάφω

μπουγιατζής: ελαιοχρωματιστής

μπούγιου:  μεγάλη εντύπωση

μπουγιουρούμ: ορίστε, περάστε

μπουδίζου: εμποδίζω

μπουζ: κρύο, πάγος

μπούζγαρους: συνοφρυωμένος

μπουιλούδ’σα: ψηλή γυναίκα

μπουλ’τάρ: κοφίνι

μπούλα- μπούλα: γύρω γύρω

μπολάδους: χαζός, βλάκας

μπουλαντίζουμι: ανακατεύομαι, ταράζομαι

μπουλασίκ’ς: δύστροπος

μπουλαστίζου: θυμώνω

μπουλουγύρα: το αντίθετο της ευθείας οδού

μπουλουγυρίζου: τριγυρίζω

μπουμπεύγου: εξευτελίζω, ρεζιλεύω

μπουμπή: ψεγάδι, κατηγορία

μπουξιάς: ύφασμα για περιτύλιξη

μπουρ- μπουρ: πολυλογία

μπουργκ’σμα: στρίψιμο

μπουργκίζω: στρίβω

μπουρδουκλώνουμι: σκοντάφτω

μπουτζαρμάς: χαρταετός

μπουτζιάκ: στενό μέρος, γωνία

μπουτζιέρνου: χιμώ, ορμώ

μπουτζουγυρουμένους: κατσουφιασμένος

μπουχτίζου: 1. χορταίνω, 2. βαριέμαι

μπρούλια: δύσκολα, σκούρα

μπρουμ’τω: πέφτω κάτω

μπρούσκους: στυφός

μπρουχού: πριν