Ν ν’κουτσυρεύγω: νοικοκυρεύω ν’κουτσύρ’ς: νοικοκύρης ναμ: φήμη, αξία, πρωτιά ναμκιόρ’ς: γρουσούζης νάτικια: έτσι νέντιμεκ: πιθανόν να γίνει νεραγίδα: νεράιδα νιόστακας: αυτός που νομίζει ότι τα ξέρει όλα νιώνου: ξυπνώ, αντιλαμβάνομναι νουγώ: γνωρίζω, ξέρω, καταλαβαίνω ντ’μπανιάρ’ς: κακόμοιρος ντ’μπανιασμένους: πρησμένος ντα: τι νταβούλ’: τύμπανο νταβραγκζένους: ζωηρός νταβραγκίζου: ξεκινώ να πάω κάπου νταγιαναμαντίμ: φτάνει νταγιαντώ: στηρίζομαι νταγκλαράς: ψηλός, ογκώδης νταήτου: γιατί, για ποιο λόγο νταλαμουργίζουμι: ανακατεύομαι νταλντ’σμενους: αυτός που τα έχει χαμένα νταμ: αγροτική καλύβα νταμλιαγιάζουμι: ζαλίζομαι νταμλάς: εγκεφαλική προσβολή νταλντίδου: τα χάνω, δε θυμάμαι ντανάς: ταύρος νταρί: καλαμπόκι νταρμανταχάν: σκόρπισμα νταρνταχόσ’: άνω- κάτω ντέδα: έλα, πρόσεχε ντεπηγετλίδκου: φινετσάτο ντιβίνου: οινόπνευμα ντικουντίνου: συνεχώς ντιμέκ’: ώστε, δηλαδή ντιμπισίρ’: κιμωλία ντιπ: εντελώς, τελείως ντιπ για ντιπ: ολωσδιόλου ντιπτίρι: πολύ γρήγορα, αμέσως ντιρέκ: ψηλός άνδρας ντιψίγ’ς: δύστροπος, γρουσούζης ντουβάρ: τοίχος
| ντουγρού: ίσια ντουγρουγκίζου: ξεκινώ αποφασισμένος ντουζινιάρου: τακτοποιώ ντουζντίζου: ξεκινώ με ενθουσιασμό ντουμ: βήμα, μικρή απόσταση ντουμάν’: πυκνός καπνός ντουμανιάζου: γεμίζω καπνό ντουμάτσα: ντομάτα ντουσιμές: λιθόστρωτο
ξ’λουμένους: βλάκας ξ’λώνου: απασχολώ ξ’λώνουμι: ξελογιάζομαι ξ’νόγαλου: γιαούρτι ξ’πασμένους: φαντασμένος ξ’πω: τρομάζω ξαδειάζω: βρίσκω χρόνο ξαμουλέρνω: αφήνω κάτι ελεύθερο ξανοίγου: διακρίνω από μακρυά ξίγκ’κους: λειψός ξιθ’λυκώνω: ξεκουμπώνω ξικουκλώνω: αποκαλύπτω ξικουλμός: ξεκόλυμα ξικουμπίδια: φύγε από εδώ ξιλ’μένος: ο μη δεμένος ξιλιγμένους: μοντέρνος ξιλώ: λύνω ξιμπουσκάρου: χαλαρώνω κάτι ξιπατώνω: χαλώ, καταστρέφω ξιπιρνέμι: συναγωνίζομαι ξιπιτώ: τρέμω ξιπσμου: τσούξιμο ξιράχμ’σμα: χασμουρητό ξιραγμίζουμι: χασμουριέμαι ξισ’κώνου: 1. αντιγράφω, 2. παροτρύνω κάποιον να κάνει κάτι ξιτέλια: τα αποτελέσματα ξουμπλιάζου: ζωγραφίζω, κουτσομπολεύω ξουρελώνου: κάνω, ασχολούμαι ξτελ’: πιάτο ξτερ’: το γεράκι ξώπουρτα: εξώπορτα |