χανές: άρρωστος
χαντακώνω: αρπάζω
χαρά χαστός: πολύ χαρούμενος
χαρανί: χύτρα
χαρτουσιά: επιτυχία
χαρχαλεύγου: σκαλίζω, σιγοθορυβώ,
ψαχουλεύω
χατάς: ατύχημα
χιριτούρα: χαιρετισμός
χλαπίζου: τρώω πολύ και γρήγορα
χλιουμντρώ: παίζω ξέγνοιαστα
χουρατώ: αστείο
χουχλατσίζου: βράζω
χραμ’: χαλί
Ψ
ψ’λουρουτώ: ρωτώ διακριτικά
ψ’χαλίζ’: ψιχαλίζει
ψαρός: γκρίζος
ψιακώνου: δηλητηρίάζω
ψατσί: πολύ πικρό, δηλητήριο
ψισ’νό: χθεσινό
ψίχ’λα: ψίχουλα
ψλιάζουμι: υποψιάζομαι
ψουριάρ’ς: βρώμικος
Ω